Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Μνημείο του άγνωστου στρατιώτη στην Ελλάδα

Μια ματιά στην Ιστορία:
Το πρώτο μνημείο του είδους, αφιερωμένο στους άγνωστους πεσόντες του αγώνα του 1821, αποφάσισε να ιδρύσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Δήμος Ερμουπόλεως Σύρου,στις 16 Ιανουαρίου του 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1889 σε σχέδια του Γ. Βιτάλη.
 Ο μεγάλος αριθμός νεκρών που άφησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα την ανέγερση μνημείων στους αφανείς και άταφους στρατιώτες. 
Αφενός αποτελούσε ηθική δέσμευση των μετέπειτα για την αρμόζουσα τιμή στους νεκρούς αφετέρου βέβαια ήταν ένα είδος συμβολικής απεικόνισης για τους αθάνατους νεκρούς των πολεμικών αγώνων που δεν βρέθηκαν ποτέ.
Τα μνημεία αυτά περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη -ή «γνωστού μόνο στον Θεό» («known but to Cod»), όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη. Πρέπει να τονισθεί, ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωριστεί ποτέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, από τα κράτη που ανήγειραν τέτοιου είδους μνημεία, ώστε να βρεθούν σώματα άγνωστων στρατιωτών που να τηρούν αυτή την προϋπόθεση και να έχει διευκρινιστεί η εθνικότητά τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ελληνικό μνημείο δεν υπάρχει σορός ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» – Θουκυδίδης, 2.34.3).



Η ιδέα της ανέγερσης στην Ελλάδα
 Στην Αθήνα η ιδέα για ανέγερση Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη αποφασίστηκε το 1926. Τότε με απόφαση του Υπουργού Στρατιωτικού προκηρύχθηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός «διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Το βραβείο απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η θέση του Μνημείου είχε αποφασιστεί από τον Θ. Πάγκαλο προκειμένου στο κτίριο των παλαιών ανακτόρων να στεγαστεί το Υπουργείο Στρατιωτικών.
Στην πραγματικότητα όμως η ιδέα δημιουργίας του Μνημείου ανήκει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΙΝΗ», η οποία το 1921 πρότεινε τη δημιουργία του «ΜΝΗΜΕΙΟΥ του ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΤΣΟΛΙΑ»! Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς και παρακολουθώντας τις ευρωπαϊκές χώρες, που η μία μετά την άλλη ανήγειραν Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη –με πρώτη τη Γαλλία και δεύτερη την Αγγλία– και τις θυσίες των Ελλήνων τσολιάδων, η εφημερίδα καλούσε τους «ιθύνοντες» να κατανοήσουν «την βαθείαν σημασίαν του μνημείου αυτού και να σκεφθούν σοβαρώς διά την προσεχήν του ανέγερσιν».
Στη μνημειώδη εκείνη πρόταση κλείστηκε ο ρομαντισμός για την Ελλάδα, τους αγώνες και τις θυσίες της «διά την απελευθέρωσιν των αλυτρώτων της τέκνων», τα οποία δικαιούνταν «από κάθε άλλην επικράτειαν παρομοίου μνημείου». Πρότεινε μάλιστα η εφημερίδα να μεταφερθούν τα οστά ενός τσολιά και να ταφούν πανηγυρικά στο Μνημείο. Ο τσολιάς εκπροσωπούσε το όνειρο της μικρής χώρας και η θυσία του αντιπροσώπευσε τους πόθους όλων των Ελλήνων, ο καθένας από τους οποίους «εις το Μνημείον του αγνώστου αυτού ήρωος δεν θα είξευραν καλά καλά
εάν θα έκλαιον τον ιδικόν των γνωστόν τσολιά».
Ήταν η εποχή που σχεδόν κάθε Ελληνική οικογένεια έκλαιγε το δικό της παλικάρι που θυσιαζόταν από το Σαραντάπορο της Μακεδονίας μέχρι τον Σαγγάριο της Ανατολίας.


 Ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929 παραμερίζει
τις διαφωνίες που είχαν δημιουργηθεί από την πρόταση Πάγκαλου.  Προκρίνει την ανέγερση στην Πλατεία Ανακτόρων θεωρώντας ότι το μνημείο πρέπει να είναι στο κέντρο της πόλης όπως το αντίστοιχο  της Γαλλίας. Στην αγόρευσή του στην Βουλή τονίζει ότι η θυσία του αγνώστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Έτσι ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (είχε ήδη μεταφερθεί τότε στα Παλαιά Ανάκτορα) υποδείκνυε την θυσία του αγνώστου στρατιώτη για τους δημοκρατικούς θεσμούς.
 Με δεδομένο ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον υπεράσπισης της πατρίδας.
Αρχή εργασιών για την ανέγερση του Μνημείου 

Η επιλογή του γλύπτη

Ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδης είχε αρχικά συνεργαστεί με τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό γλυπτό του μνημείου, παράσταση γιγαντομαχίας, «ο άγνωστος στρατιώτης πίπτει και η Ελλάς στοργικά τον παραλαμβάνει διά την αιωνιότητα», το οποίο και υπήρχε στο προσχέδιο που παρουσιάστηκε για την προκήρυξη του διαγωνισμού.
Όταν αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του έργου, ο αρχιτέκτονας Λαζαρίδης, τον οποίον η επιτροπή επίβλεψης του μνημείου είχε ορίσει ως «επιβλέποντα πασών εργασιών» δίνοντάς του τη δυνατότητα να επιλέγει ως βοηθούς του άλλους γλύπτες ή αρχιτέκτονες, παραμέρισε τον Θωμόπουλο, πιθανόν λόγω χρηματικής ασυμφωνίας. Η αντικατάσταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κύκλους των καλλιτεχνών.Στη συνέχεια, ο Θωμόπουλος εξάντλησε κάθε περιθώριο για την αποκατάστασή του στην θέση του γλύπτη, αλλά στην όγδοη συνεδρίαση στις 17 Δεκεμβρίου 1930 Τελικά η επιτροπή ανεγέρσεως εγκρίνει νέα πρόταση, αυτή του «οπλίτη εκτάδην κειμένου» και την  επειδή προσδίδει ηρεμία και απλότητα. Κατά συνέπεια, ο γλύπτης Θωμόπουλος αντικαταστάθηκε από τον γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ. 
( 0 Ρωκ είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το 1925 "πτυχίο πλαστικής" και στη συνέχεια φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στην Ακαδημία Ζιλιάρ. Είχε επιστρέψει πρόσφατα από την Γαλλία και είχε αναλάβει τη θέση του εφόρου της Συλλογής Γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών όπου και δίδασκε πλαστική). 
Η επιτροπή συμφώνησε ομόφωνα με αυτή τη μεταβολή, που έγινε ύστερα από πρόταση του ίδιου του βραβευμένου αρχιτέκτονα.

  Το γλυπτό

 Το έργο είναι ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου και χαρακτηρίζεται από απλότητα στην αναπαράστασή του. Σε παραλληλόγραμμο πλαίσιο, αναφορά σε αρχαία σαρκοφάγο, παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους. Ο νεκρός πολεμιστής στο αριστερό χέρι κρατάει κυκλική αψίδα. Στο κεφάλι φοράει αρχαίο κράνος με το πρόσωπο δοσμένο από τα πλάγια να θυμίζει αρχαίο νόμισμα. Η απόδοση του σώματος του νεκρού από τον καλλιτέχνη δίνει την εντύπωση στο θεατή ότι ο στρατιώτης αναπαύεται ζωντανός, έτοιμος να σηκωθεί. Το θέμα κερδίζει εκφραστικότητα με λιτότητα και δύναμη των μορφών και την πειστικότητα του συνόλου.

 

 Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχτεί επιγράμματα από τον Επιτάφιο του Θουκιδίδη («Μια κλίνη κενή φέρεται εστρωμμένη των αφανών» - «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος»). Στο μέσο του κενοταφίου χαράχτηκε με μικρότερα γράμματα η φράση «Εις αφανή στρατιώτη». Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, δίπλα σε 16 μεταλλικές ασπίδες, τα ονόματα τόπων που έδωσε πολύνεκρες μάχες ο Ελληνικός Στρατός στην νεότερη ιστορία. Στα αριστερά της σύνθεσης περιλαμβάνονται οι μάχες του Α` Βαλκανικού Πολέμου. Στο κέντρο του μνημείου και στους πωρόλιθους που υπάρχουν στις κλίμακες μάχες του Β` Βαλκανικού Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ενώ στα δεξιά της σύνθεσης συγκρούσεις του Α` Παγκοσμίου Πολέμου και επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Ρωσία. Μετά την απελευθέρωση πάνω στο κενοτάφιο προστέθηκαν τα πεδία των μαχών  του Β` Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα οι επιχειρήσεις στην Κορέα. Με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων το 1994 προστέθηκε και το όνομα «Κύπρος».  

  Οι Επιγραφές

 

Α’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1912-1913)
ΕΛΑΣΣΩΝ=ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΝ
ΛΑΖΑΡΑΔΕΣ=ΣΤΕΝΑΠΟΡΤΑΣ=ΚΑΤΕΡΙΝΗ=ΣΟΡΟΒΙΤΣ
ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ=ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ=ΟΣΤΡΟΒΟΝ=ΚΟΡΙΤΣΑ
ΠΕΣΤΑ=ΓΡΥΜΠΟΒΟ=ΠΕΝΤΕΠΗΓΑΔΙΑ=ΠΡΕΒΕΖΑ
ΑΕΤΟΡΡΑΧΗ=ΜΑΝΩΛΙΑΣΣΑ=ΜΠΙΖΑΝΙ=ΔΡΙΣΚΟΣ
Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1913)
ΚΙΛΚΙΣ=ΛΑΧΑΝΑ=ΜΠΕΛΕΣ=ΚΡΕΣΝΑ ΤΣΟΥΜΑΓΙΑ
ΠΕΤΣΟΒΟ=ΝΕΥΡΟΚΟΠΙ=ΜΠΑΝΙΤΣΑ=ΜΑΧΩΜΕΑ

Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1914-1918)
ΓΚΟΛΟΜΠΙΛΟ=ΣΜΠΟΡΣΚΟ=ΠΡΕΣΛΑΠ=ΕΡΙΓΩΝ
ΡΑΒΙΝΕ=ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ=ΣΚΡΑ=ΣΤΡΥΜΩΝ
ΔΟΪΡΑΝΗ=ΜΠΕΛΕΣ=ΓΚΡΑΝΚΟΡΟΝΕ=ΤΖΕΝΑ

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΡΩΣΙΑ (1919)
ΧΕΡΣΩΝ=ΣΕΡΜΙΚΑΣ=ΟΔΗΣΣΟΣ=ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΙΣ

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (1919-1922)
ΑΡΤΑΚΗ=ΑΙΔΙΝΙΟΝ=ΠΡΟΥΣΣΑ=ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ
ΤΟΥΜΛΟΥΜΠΟΥΝΑΡ=ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ=ΔΟΡΙΛΑΙΩΝ
ΑΦΙΟΝ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡ=ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ=ΚΑΛΕΓΚΡΟΤΟ

Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1940-1945) – ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ (1950-1953)- ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1974)
ΠΙΝΔΟΣ
ΜΟΡΟΒΑ=ΚΟΡΥΤΣΑ=ΚΑΛΑΜΑΣ
ΤΟΜΟΡΟΣ=ΤΡΕΜΠΕΣΙΝΑ
ΧΕΙΜΑΡΡΑ=ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΝ
743=ΜΠΟΥΜΠΕΣΙ=ΚΑΛΠΑΚΙ

ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ=ΠΡΕΜΕΤΗ
ΟΣΤΡΟΒΙΤΣΑ=ΠΟΓΡΑΔΕΤΣ
ΡΟΥΠΕΛ=ΠΕΡΙΘΩΡΙ=ΚΡΗΤΗ
ΕΛ-ΑΛΑΜΕΪΝ=ΡΙΜΙΝΙ
ΡΟΥΒΙΚΩΝ=ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ=ΚΟΡΕΑ
ΚΥΠΡΟΣ

 

Τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου 1932

Τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη έγιναν την 25η Μαρτίου 1932 από τον πρωθυπουργό Μιχαλακόπουλο με συμμετοχή πολλών ξένων αντιπροσωπειών και μεγάλη παρέλαση. Τότε μεταφέρθηκε και φως από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας για την αφή της ακοίμητης καντήλας που βρίσκεται στο μέσο του κενοταφίου. Αμέσως την τιμητική φύλαξη του μνημείου ανέλαβε ειδικός στρατιωτικός λόχος. Με την επάνοδο του Βασιλεία Γεωργίου ο λόχος ονομάστηκε Βασιλική Φρουρά. Ενώ από το 1974 ονομάστηκε επίσημα Προεδρική Φρουρά. Πλέον έχει την ευθύνη της εικοσιτετράωρης τιμητικής φύλαξης του Μνημείου από στρατεύσιμους που φέρουν εθνικές ενδυμασίες και αποδίδουν της αρμόζουσες τιμές στους νεκρούς.

 

*Ένα ίσως ελάχιστα γνωστό σημείο από την ιστορία του μνημείου είναι ότι «ευζωνικά τάγματα» ανέλαβαν το 1943-44 να "συνδράμουν" τον κατακτητή κατά της Αντίστασης και  συγκροτήθηκαν από τους τσολιάδες του μνημείου. Το βασικό δε Τάγμα Ασφαλείας της πρωτεύουσας ήταν το «Τάγμα Φρουράς του Αγνώστου Στρατιώτου». Στην επίσημη ιστοσελίδα της Προεδρικής Φρουράς γράφει :

 «Κατά την διάρκεια της κατοχής οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής επέτρεψαν στην τότε Ανακτορική Φρουρά να εξακολουθεί να φρουρεί το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Με αποφάσεις όμως της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη, τα τάγματα Ευζώνων αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τους αποδοθεί ο αρνητικός όρος "Γερμανοτσολιάδες".



Fiat 508 Coloniale σε παρέλαση στο Σύνταγμα κατά την κατοχή

Παρέλαση στο Σύνταγμα κατά την κατοχή


Τα παραλειπόμενα 

 Με την δημιουργία του γλυπτού διαμορφώθηκε και όλος ο χώρος της πλατείας μπροστά από την Βουλή. Έτσι δόθηκε μνημειακός χαρακτήρας σε όλη την έκταση της πλατείας που κατασκευάστηκε. Οι χωματουργικές εργασίες είχαν κρατήσει μεγάλο διάστημα.  Δεδομένου ότι υπήρχε υψομετρική διαφορά αλλά και δυσκολία στην επεξεργασία  του πωρόλιθου. Έτσι απαιτήθηκε περισσότερος χρόνος αλλά και ειδικοί τεχνίτες από την Γαλλία.  Το γεγονός αυτό ανέβαζε πολύ το κόστος κατασκευής και ήδη είχαν δημιουργηθεί πολλά αρνητικά σχόλια που τόνιζαν τις σπατάλες την στιγμή δύσκολης κατάστασης για την χώρα.  Ακόμα και το σωματείο των γλυπτών είχε αφήσει υπόνοιες για μυστικές συμφωνίες και «απευθείας αναθέσεις». Ιδιαίτερη αίσθηση είχε προκαλέσει το γεγονός ότι οι μεταλλικές ασπίδες και τα κύπελλα θυμιάματος ενώ ήταν προγραμματισμένο να χυτευτούν στην Ελλάδα τελικά κατασκευάστηκαν στο Παρίσι με τετραπλάσια τιμή από την αρχική